σῦς


σῦς
свинья

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "σῦς" в других словарях:

  • συς — ο, η / σῡς, υός, ΝΑ (στη νεοελλ. ως λόγιος τ.) χοίρος, γουρούνι. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σῦ ανήκει στην ίδια οικογένεια με το συνώνυμο ὗς (για ετυμολ. βλ. λ. ὗς) και χρησιμοποιείται κυρίως στον Όμ. αντί τού συνηθέστερου για την αρχ. γλώσσα ὗς. Προβλήματα… …   Dictionary of Greek

  • σῦς — ὗς the wild swine masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste von Flüssen in Griechenland — Dies ist eine Liste von Flüssen in Griechenland in alphabetischer Sortierung nach deutscher Transkription der Namen. Die Längen der Flüsse beziehen sich immer auf deren Verlauf auf griechischem Territorium. Flüsse, welche entweder außerhalb… …   Deutsch Wikipedia

  • ήμισυς — εια, υ και μισός, ή, ό (AM ἥμισυς, εια, υ, Μ και ἥμισος, η, ον, Α δωρ. τ. ἅμισυς, εια, α και ιων. θηλ. ἡμισέη και ἡμισέα) 1. αυτός που αποτελεί το ένα από δύο ίσα μέρη ενός πράγματος ή ενός ποσού, ο μισός 2. το ουδ. ως ουσ. το ήμισυ το ένα… …   Dictionary of Greek

  • συφεός — και επικ. τ. συφειός, ὁ, Α χοιροστάσιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συ φ εός έχει σχηματιστεί < σῦς «χοίρος, κάπρος» + επίθημα εός (πρβλ. θηρ εός, κολ εός). Δυσερμήνευτο, ωστόσο, παραμένει το φ τού τ. Αν δεχθούμε ότι η λ. εμφανίζει επίθημα φεός, προκύπτουν… …   Dictionary of Greek

  • σύαγρος — (I) ο, ΝΜΑ αγριόχοιρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῦς «χοίρος, κάπρος» + αγρός (< ἀγρός), πρβλ. ἵππ αγρος]. (II) ὁ, Α (για κυνηγετικό σκύλο) αυτός που κυνηγά αγριόχοιρους. [ΕΤΥΜΟΛ. < σῦς «χοίρος, κάπρος» + αγρός (< ἄγρα), πρβλ. θήρ αγρος, μύ αγρος] …   Dictionary of Greek

  • σύαγχος — ον, Α 1. αυτός που πνίγει χοίρους 2. (κατά τον Ησύχ.) «ῥίζα, ἐν ᾗ οἱ συς θηρεύονται». [ΕΤΥΜΟΛ. < σῦς «χοίρος» + αγχος (< ἄγχω «πνίγω»), πρβλ. κύν αγχος] …   Dictionary of Greek

  • теленок — род. п. нка, телец, род. п. льца, телица, укр. теля, род. п. яти ср. р., др. русск. теля ср. р. теленок , тельць, телица, сербск. цслав. телѧ μόσχος, ст. слав. тельць μόσχος (Супр.), болг. теле ср. р., сербохорв. тѐле, род. п. ета, словен. tẹle …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Condylomata lata — Klassifikation nach ICD 10 A50 Syphilis connata A51 Frühsyphilis A52 Spätsyphilis …   Deutsch Wikipedia

  • Franzosenkrankheit — Klassifikation nach ICD 10 A50 Syphilis connata A51 Frühsyphilis A52 Spätsyphilis …   Deutsch Wikipedia

  • Französische Pocken — Klassifikation nach ICD 10 A50 Syphilis connata A51 Frühsyphilis A52 Spätsyphilis …   Deutsch Wikipedia